JP Morgan: Σύσταση overweight για τις ελληνικές τράπεζες αλλά χαμηλότερες τιμές στόχοι

Σε καθοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών προχώρησε η JP Morgan, αλλά η μακροπρόθεσμη θετική στάση ξεκαθαρίζει ότι παραμένει θετική, καθώς η πορεία των μετοχών τους στηρίζεται στην ισχυροποίηση των μεγεθών τους.

Η αμερικανική τράπεζα μειώνει τις εκτιμήσεις της για τα κέρδη ανά μετοχή των ελληνικών τραπεζών λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων.

Ειδικότερα, όπως αναφέρει σε σημερινή της ανάλυση, η JP Morgan, αναθεωρεί τις εκτιμήσεις της για τις ελληνικές τράπεζες ώστε να ευθυγραμμιστούν με τα σενάρια για τα επιτόκια, ενσωματώνοντας πλέον την προβολή του μέσου επιτοκίου της ΕΚΤ στο 3,75% το 2024 (αμετάβλητο), στο 2,5% το 2025 (από 3%), και στο 2% το 2026 (από 2,5%).

«Παρότι το μακροπρόθεσμο στόρι των ελληνικών τραπεζών διατηρείται, αλώβητο, οι νέες εκτιμήσεις μας για τα επιτόκια της ΕΚΤ επηρεάζουν τις προβλέψεις μας. Οι νέες τιμές στόχοι είναι για την Alpha Bank τα 2,40 ευρώ από 2,50 ευρώ πριν, για τη Eurobank τα 2,40 ευρώ από 2,60 ευρώ πριν, για την Εθνική Τράπεζα τα 8,30 ευρώ από τα 8,40 ευρώ πριν και για την Τράπεζα Πειραιώς τα 5 ευρώ, με τις συστάσεις να διατηρούνται σε overweight (υπεραπόδοσης) και για τις τέσσερις τράπεζες», εξηγεί η ομάδα ανάλυσης των ελληνικών τραπεζών της JPM.

«Παραμένουμε με σύσταση overweight (υπεραπόδοσης) για τις ελληνικές τράπεζες που διαπραγματεύονται με 5,7 φορές το 2025 σε όρους P/E και 0,65 φορές σε όρους P/TBV. Οι αναλυτές εστιάζουν με αυτή τη σειρά στις ελληνικές τράπεζες πλέον:

1) Πρώτη η μετοχή της Eurobank, για την οποία πιστεύουμε ότι το consensus των αναλυτών παραβλέπει τα κέρδη από τις συγχωνεύσεις και εξαγορές στην Κύπρο, με τον δείκτη P/E για το 2025 να είναι στις 5,4 φορές αντί για 6 φορές που τον υπολογίζει το consensus.

2) Δεύτερη, η Tράπεζα Πειραιώς, η οποία επωφελείται θεματικά από την ισχυρή οργανική κεφαλαιακή ενίσχυση και την πιθανή επιτάχυνση της εξυγίανσης των κόκκινων δανείων προς ένα δείκτη NPE 3%, εν όψει και της επερχόμενης πώληση του μεριδίου μετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

3) Στην επόμενη θέση είναι η Alpha Bank, η οποία εμφανίζεται με χαμηλότερη σχετική ευαισθησία στις μειώσεις στα επιτόκια, πρόκειται να επωφεληθεί από τη στρατηγική συνεργασία με την UniCredit και παρέχει την υψηλότερη άνοδο σε σχέση με τις τιμές στόχους μας για τις ελληνικές τράπεζες τον Ιούνιο του 2025.

4) Στην τέταρτη θέση είναι η Εθνική Τράπεζα, όπου η εστίαση μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στην επιστροφή και αξιοποίηση του υπερβάλλοντος κεφαλαίου, αν και με ασαφή χρονοδιάγραμμα σε αυτό το στάδιο. Πλέον διαθέτει περιορισμένη σχετική άνοδο βάσει της τιμής στόχου μας, ύστερα από μια ισχυρή απόδοση της το 2023», υπογραμμίζει η επενδυτική τράπεζα.

Οι νεότερες εκτιμήσεις για τα καθαρά έσοδα από τόκους και τα κέρδη ανά μετοχή

Η JP Morgan υποβαθμίζει τις εκτιμήσεις της για τις ελληνικές τράπεζες, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις πρόσφατες κινήσεις στα επιτόκια, ενσωματώνοντας πλέον τις νέες εκτιμήσεις της για τα μελλοντικά επιτόκια της ΕΚΤ. Εκτιμά πλέον ότι το μέσο επιτόκια θα είναι 3,75% το 2024 αμετάβλητο, θα είναι 2,5% το 2025 από 3% που προέβλεπε και 2% το 2026 από 2,5%. Μειώνει τα καθαρά έσοδα από τόκους για τα έτη 2025 και 2026 κατά 3% έως 4% και τα κέρδη ανά μετοχή κατά 2% έως 4%, με τα ROTE να μειώνονται σε 10,5% το 2026.

«Οι ελληνικές τράπεζες θα δουν μια μείωση κατά 3% με 4% στα καθαρά έσοδα από τόκους και στα κέρδη ανά μετοχή κατά 2% έως 4%, υποθέτοντας τώρα χαμηλότερο μέσο επιτόκιο της ΕΚΤ στα έτη 2025 με 2026 σε 2,5% και 2%, αντίστοιχα ή μειωμένο κατά 50 μ.β..

Σε γενικές γραμμές, η ανάλυσή μας για την ευαισθησία του ισολογισμού βασίζεται σε αυτή τη μείωση, η οποία δείχνει 35 έως 50 εκατ. ευρώ πτώση ή 1% με 2% στα καθαρά έσοδα από τόκους ανά 25 μονάδες βάσης μείωσης των επιτοκίων. Αυτό συνεπάγεται 13% έως 18% μέση πτώση των καθαρών εσόδων από τόκους τα έτη 2025 με 2026 από το ετήσιο τρέχον ποσοστό του τρίτου τριμήνου», εξηγεί η τράπεζα.

Η ίδια, αναγνωρίζει ότι η ανάλυση είναι στατική και δεν λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης και τη μερική άμυνα που σχετίζεται με την αντιστάθμιση κινδύνου. Η JPM εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα είναι «άνετες» σε όρους κεφαλαίου, με τους δείκτες CET1 στο 16,8% με 19,9%. Παρά τις προσδοκίες για τα χαμηλότερα επιτόκια της ΕΚΤ, θεωρεί ότι οι ισχυρές προοπτικές κερδών παραμένουν ανέπαφες για τις ελληνικές τράπεζες και προβλέπει ότι ο κλάδος θα δημιουργήσει 10,5% μέσο όρο κερδών ROTE στο 2026. Τα EPS που προβλέπει είναι 2% με 4% πάνω από το consensus στα έτη 2024 και 2025.