Σημαντική αύξηση των εξαγωγών κατά 13,3% το α’ 3μηνο!

Tο εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 19,3% το διάστημα Ιανουάριος – Μάρτιος

Συνεχίζεται η ανοδική πορεία των εξαγωγών, με ιδιαίτερα ενθαρρυντικά μηνύματα και το πρώτο τρίμηνο του 2018. Το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 αυξήθηκαν κατά 905,6 εκατ. ευρώ ή κατά 13,3%  από το αντίστοιχο διάστημα του 2017 και ανήλθαν σε 7,73 δις ευρώ. Συμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων, οι ελληνικές εξαγωγές, παραμένουν σε ανοδική τροχιά παρά τις δυσκολίες που εξακολουθούν να υπάρχουν. Ικανοποίηση υπάρχει και για την εικόνα που παρουσιάζει το εμπορικό ισοζύγιο, με την περαιτέρω μείωση του ελλείμματος τόσο τον Μάρτιο όσο και στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), επί των προσωρινών στοιχείων της ΕΛ-ΣΤΑΤ, οι εξαγωγές το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 αυξήθηκαν κατά 905,6 εκατ. ευρώ ή κατά 13,3% και ανήλθαν σε 7,73 δισ. ευρώ από 6,83 δισ. ευρώ ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν στα 5,26 δισ. ευρώ από 4,66 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 600 εκατ. ευρώ ή κατά 12,9%.

Ειδικότερα, με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές της Ελλάδας προς την ΕΕ (28) συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών καταλαμβάνουν πλέον μερίδιο 52,3% επί των συνολικών εξαγωγών. Το μερίδιό τους κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017 ανερχόταν σε 53,6%. Στον αντίποδα, οι εξαγωγές προς τις Τρίτες Χώρες το 2017 σημείωσαν άνοδο και καταλαμβάνουν πλέον μερίδιο επί των συνολικών εξαγωγών 47,7% από 46,4% στο αντίστοιχο περσινό έτος.

Η Ιταλία εξακολουθεί και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2018 να αποτελεί το σημαντικότερο προορισμό των ελληνικών εξαγωγών ενώ στη δεύτερη θέση ανέβηκε η Τουρκία, η οποία στο αντίστοιχο περσινό τρίμηνο ήταν στην 4η θέση. Ακολουθεί η Γερμανία και στη συνέχεια η Κύπρος που υποχώρησαν κατά μία θέση (ήταν 2η και 3η αντίστοιχα το 2017). Η Βουλγαρία ανέβηκε στην 5η θέση από έκτη στο πρώτο τρίμηνο του 2017. Στην 6η θέση βρίσκεται, με πτώση κατά μία θέση από το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο, ο Λίβανος, στην 7η  οι ΗΠΑ (με άνοδο κατά δύο θέσεις), στην 8η η Ισπανία (από 11η) και στην 9η το Ηνωμένο Βασίλειο με υποχώρηση δύο θέσεων. Την πρώτη δεκάδα των κυριότερων προορισμών, συμπληρώνει η Ρουμανία στην 10η θέση –ίδια θέση με το πρώτο τρίμηνο του 2017.

Ως προς τους προορισμούς των ελληνικών εξαγωγών ανά οικονομική ένωση, πέραν της αξιοσημείωτης (10,6%) αύξησης προς την Ε.Ε. οι αποστολές  προς τις 17 χώρες της Ευρωζώνης, αυξήθηκαν κατά 11%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν οι εξαγωγές προς τις χώρες του ΟΟΣΑ, της τάξης του 11% και προς τις χώρες του G7 κατά 6,2%. Οι εξαγωγές προς τις αναδυόμενες BRICS υπερδιπλασιάστηκαν, προς τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του OPEC αυξήθηκαν ελαφρά κατά 2,3%, προς τις χώρες της Οικονομικής Συνεργασίας Μαύρης Θάλασσας (ΟΣΕΠ) ενισχύθηκαν κατά 21,8%, προς τις χώρες της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης η αύξηση είναι της τάξης του 38,6% και οι χαμηλές σε αξία εξαγωγές προς τις χώρες της MERCOSUR υπερτριπλασιάστηκαν.

Αντίστοιχα, ως προς τη σύνθεση των εξαγωγών κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, η συνολική αύξηση προκύπτει από ανοδικές τάσεις σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων εμφανίζουν αύξηση 14,9%, οι εξαγωγές καυσίμων κατά 14,1%, οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων παρουσιάζουν αύξηση κατά 13,1%. Με μικρότερα ποσοστά ενισχύθηκαν οι εξαγωγές πρώτων υλών (5,9%) και χαμηλές σε αξία ήταν οι εξαγωγές της κατηγορίας Είδη & συναλλαγές μη ταξινομημένα (4,7%).

Οι εισαγωγές στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου μειώθηκαν κατά 314,7 εκατ. ευρώ ή κατά -2,4%, με τη συνολική τους αξία να διαμορφώνεται στα 12,83 δισ. ευρώ έναντι 13,15 δισ. ευρώ κατά το ίδιο τρίμηνο του 2017. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι εισαγωγές μειώθηκαν στα 9,28 δισ. ευρώ από 9,71 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 437,2 εκατ. ευρώ ή κατά -4,5%.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε σημαντικά το πρώτο τρίμηνο του 2018 κατά 1,22 δισ. ευρώ ή κατά 19,3%, στα 5,09 δισ. ευρώ από 6,31 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2017. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε στα 4,02 δισ. ευρώ από 5,05 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,04 δισ. ευρώ, ή κατά 20,5%.

Source: tedt